Всего за 418.39 руб. Купить полную версию
Ο πατέρας σας μεταμορφώθηκε σε βρικόλακα. Δάγκωσε κανέναν από εσάς πρόσφατα;»
«Όχι, θεία, αλλά ίσως δάγκωνε τις κατσίκες, δεν μπορούμε να ξέρουμε», είπε ο Ντεν.
«Αυτό είναι σοβαρό, πολύ σοβαρό. Έχω ακούσει ξανά τέτοιες περιπτώσεις, αλλά δεν είχα δει ξανά σε όλη τη μακρά ζωή μου».
«Ο πατέρας μου έγινε βρικόλακας; Περιμένετε να το πω στους φίλους μου. Χενγκ, ο Βρικόλακας! Αυτό είναι φανταστικό!» είπε ο Ντεν.
«Θα πεθάνει σύντομα;» ρώτησε η Ντιν.
«Προσπαθούμε να τον σώσουμε, βάζουμε τα δυνατά μας κι αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να το μάθει κανείς. Ντεν! Κατάλαβες! Κανείς μα κανείς, χαζό αγόρι! Είσαι σίγουρη ότι αυτό το αγόρι είναι της οικογένειας Λι, Γουάν;»
Έριξε ένα κατηγορηματικό βλέμμα στη Γουάν, η οποία την κοιτούσε βλοσυρά με όση ασέβεια είχε επιστρατεύσει απέναντι σε μία ηλικιωμένη που μόλις έσωσε τον άντρα της από τον θάνατο.
«Ορίστε, αυτές είναι οι επιλογές σας. Στην τελική, δική σας είναι η απόφαση, και των τεσσάρων, αφού θα πρέπει να προμηθεύεστε το ''γιατρικό'' που θα δίνετε στον Χενγκ για όλη την υπόλοιπη ζωή του καθώς δεν υπάρχει άλλη γιατρειά για την κατάστασή του».
Η Ντα έγειρε πίσω σε ένα από τα στηρίγματα της οροφής κι έκλεισε τα μάτια της σαν να έκλεινε ένα βιβλίο και τελείωνε τη συνεδρία της.
Η οικογένεια την κοίταξε και μετά κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον αναρωτιόνταν πώς θα γλίτωναν.
Καθώς η θεία Ντα φαινόταν να είναι σε καταστολή ή κοιμισμένη, όλοι τρεις λογομαχούσαν για το τι θα πρέπει να κάνουν.
«Λοιπόν», είπε η Γουάν «δεν μπορούμε να πάρουμε πολύ αίμα από τους ντόπιους, σωστά; Οι περισσότεροι δεν θα έδιναν ούτε κομμάτι από κρύα πουτίγκα, πόσο μάλλον μία πίντα από το αίματος και δεν έχουμε λεφτά να πληρώσουμε».
«Θα αιχμαλωτίσουμε τουρίστες, θα βάλουμε το αίμα τους σε μπουκάλια και θα τα αποθηκεύσουμε στο ψυγείο» είπε ο Ντεν.
«Δεν έρχονται πολλοί τουρίστες εδώ, έτσι δεν είναι, Ντεν;» είπε η μητέρα του με γύρισμα της γλώσσας της.
«Μπορούμε να κάνουμε το κοκτέιλ με το αίμα διάφορων ζώων και να δωρίζουμε μία πίντα από το αίμα μας κάθε μήνα», πρότεινε η Ντιν.
«Δεν ξέρω πόσο αίμα μπορεί να δώσει ένας άνθρωπος τον χρόνο, αλλά δώδεκα πίντες μου ακούγονται πάρα πολλές. Καλή σκέψη, όμως, γλυκιά μου.
Ίσως κάποια μέλη της οικογένειας να μπορούν να δωρίσουν αίμα πού και πού, ο πατέρας σας είναι αρκετά αρεστός στην περιοχή».
«Μπορούμε να προσφερθούμε να πάρουμε το αίμα των πεθαμένων» είπε ο Ντεν.
«Πρέπει να πάρεις το αίμα κάποιου πριν πεθάνει, καλέ μου, αλλιώς η καρδιά έχει σταματήσει και δεν υπάρχει τίποτα για να αντλήσουμε το αίμα».
«Μπορούμε να τους κρεμάμε από τα πόδια και να τους βάζουμε μία κάνουλα στον λαιμό ή την καρδιά τους ή και τα δύο;»
«Κατάλαβα. Οπότε αν πεθάνει η αγαπημένη μαμά κάποιου και όλοι κλαίνε, προτείνεις να τρέξουμε πριν κρυώσει και να ρωτήσουμε αν μπορούμε να τη δέσουμε και να στραγγίσουμε το αίμα της σε έναν κουβά για να πιει ο αγαπημένος σου πατέρας; Πώς νομίζεις ότι θα πετύχει αυτό;»
«Μπορούμε να ζητήσουμε και πριν λίγο».
«Μην προτείνεις ξανά κάτι τόσο χυδαίο και χαζό!»
«Τι λέτε για μωρά; Ίσως όχι, σωστά;» είπε ο Ντεν και μετά σιώπησε, καθώς όλες του οι προτάσεις απορρίφθηκαν.
«Εν κατακλείδι, έχουμε τις εξής επιλογές: συλλογή ανθρώπινου αίματος και συλλογή αίματος από διάφορα ζώα και δεν ξέρουμε αν θα δουλέψει κανένα από τα δύο. Κάτι άλλο;»
«Θα μπορούσαμε ή ίσως όχι...»είπε.
«Έλα, πες το, χαζό ή όχι. Είμαστε απελπισμένοι και θα σκεφτούμε κάθε πιθανή λύση» είπε η μητέρα τους.
«Θα μπορούσα να γίνω Μουσουλμάνος, να έχω τέσσερις γυναίκες οπότε θα είχαμε ακόμα τέσσερις δωρητές αίματος, κι αν η κάθε μία έκανε από τέσσερα παιδιά, τότε θα είχαμε ακόμα δεκαέξι δωρητές αίματος και...»
«Ναι, εντάξει, Ντεν, ευχόμουν να μην είχα ρωτήσει. Το επόμενο που θα προτείνεις είναι να εκπορνευτεί η αδερφή σου και να χρεώνει δύο πίντες αίμα!»
Η Ντιν κοκκίνισε με τη σκέψη και σοκαρίστηκε που η μητέρα της που το είπε η μητέρα της, αλλά ο Ντεν το καλοσκεφτόταν μέχρι που τον κλότσησε η μητέρα του.
«Όπως το βλέπω, έχουμε ακόμα δύο προβλήματα που δεν τα έχουμε σκεφτεί ακόμα» είπε η Ντεν.
«Η θεία Ντα είπε ότι ο μπαμπάς πρέπει να εγκρίνει το σχέδιο μας επειδή πρέπει να το πιει και χρειαζόμαστε κάτι για αύριο».
«Ίσως να χρησιμοποιήσουμε το αίμα της κατσίκας για αύριο καθώς φαίνεται ότι άρεσε στον πατέρα σας σε σχέση με τη γεύση του κοτόπουλου, αλλά έχεις δίκιο, Πρέπει να βρούμε κάτι πιο μόνιμο σύντομα. Μπορούμε να ρωτήσουμε τη θεία αργότερα. Όσον αφορά τον πατέρα σας, θα πρέπει να τρώει ό,τι του δίνουμε και να είναι ευγνώμων, μέχρι να δυναμώσει και να αποφασίζει μόνος τους το διατροφικό του πρόγραμμα, αλλά σίγουρα θα είναι ευγνώμων που τον σκεφτήκατε».
Όταν κι οι τρεις χάθηκαν στις σκέψεις του, η Ντα ξύπνησε.
«Βρήκατε καμιά ιδέα ή να προτείνω λύσεις;»
«Όχι, θεία» παραδέχτηκε η Γουάν «Ο Ντεν είχε κάποιες ιδέες, αλλά δεν είναι εφαρμόσιμες. Δυστυχώς, μείναμε με τις προτάσεις που είπες πριν λίγες ώρες».
«Φαντάστηκα ότι αυτό θα γινόταν, αλλά για να είμαι ειλικρινής, δεν υπάρχει εύκολη λύση στο πρόβλημα. Κι εγώ, επίσης, απέκλεισα όλα μου τα γιατροσόφια, αλλά αρχίζει και βραδιάζει και έχω κουραστεί, οπότε μπορεί κάποιος από εσάς να με πάει σπίτι και να σκεφτούμε καλύτερα το θέμα;»
«Περίμεναν να γυρίσει ο Ντεν πριν φάνε, ελέγξουν τα ζώα, κάνουν ντους εναλλάξ και περνώντας τις τελευταίες στιγμές της μέρας πριν πάνε για ύπνο νωρίς καθώς ήταν όλοι συναισθηματικά μουδιασμένοι. Ωστόσο, η αλήθεια ήταν ότι κανείς δεν ήθελε να ανέβει πάνω και να είναι μόνος του με έναν βρικόλακα, οπότε προτιμούσαν να ανέβουν όλοι μαζί.
Η Γουάν δεν ήθελε να κοιμηθεί μαζί του, αλλά ένιωθε υποχρεωμένη, κι ως μεγαλύτερη, ανέβηκε πρώτη, με ένα κερί στο χέρι και τα παιδιά να την ακολουθούν.
Σταμάτησαν στο γαμήλιο κρεβάτι και τον κοίταξαν. Ο Χενγκ ήταν καθιστός στο κρεβάτι, με χλωμό πρόσωπο, και κοραλλί μάτια που έλαμπαν στο σκοτάδι.
«Καλησπέρα, οικογένεια!» είπε με σιγανή βραχνή φωνή.
Πήγαν κι οι τρεις στα κρεβάτια τους, αλλά δεν μπορούσαν να πάρουν τα μάτια τους από τον Χενγκ που δεν κουνιόταν και κοιτούσε μπροστά του.
1 3. Ο ΒΡΙΚΟΛΑΚΑΣ ΧΕΝΓΚ
Όταν ξύπνησαν το πρωί, έχοντας σταδιακά κοιμηθεί από την κούραση, ο Χενγκ ήταν καλυμμένος με κουβέρτες και κι ένα μαξιλάρι στο κεφάλι του.
Όλοι κατέβηκαν γρήγορα κάτω, προσπερνώντας γρήγορα το κρεβάτι του.
«Μαμά, είδες τον μπαμπά χθες το βράδυ;» ρώτησε ο Ντεν. «Τα μάτια του και το δέρμα του έλαμπαν στο δωμάτιο, αλλά ήταν τα μάτια του, σωστά; Ήταν μαύρα σαν τα δικά μας, αλλά τώρα είναι κόκκινα με ροζ. Πρέπει να έχει σχέση με το αίμα».
«Δεν ξέρω, καλέ μου, αλλά πρέπει να έχεις δίκιο. Πήγαινε με την αδερφή σου να φέρεται λίγο ακόμα γάλα. Θυμάσαι πώς πήρε το αίμα η θεία σου;»
«Ναι, μαμά, αλλά θα πάρω από άλλον τράγο σήμερα για να θεραπευθεί ο χθεσινός, εντάξει;»
«Ναι, καλή ιδέα, Ντεν.Χρησιμοποίησε διαφορετικό τράγο κάθε μέρα για αίμα κι η Ντιν να συνεχίσει την καθημερινότητά της με το γάλα. Προς το παρόν τουλάχιστον, το γάλα από τις κατσίκες είναι όλο για τον πατέρα σας, εντάξει; Το χρειάζεται περισσότερο από εμάς και δεν θέλουμε να πεινάσει στη μέση της νύχτας, σωστά;»
«Φυσικά κι όχι, μαμά! Μου πήρε πολλή ώρα να κοιμηθώ χθες. Φοβόμουν ότι ο μπαμπάς θα σηκωθεί και θα περπατάει ίσως ψάχνοντας κάτι ή κάποιον να φάει».
«Μην ανησυχείς για τέτοια πράγματα, Ντεν. Είμαι πιο κοντά από εσένα, οπότε σε μένα θα έρθει πρώτα, αλλά αν δεις έναν ζαρωμένο, αιματοβαμμένο σάκο από δέρμα στο κρεβάτι του, φύγε. Το ίδιο κι αν δεις τέσσερα κόκκινα μάτια να σε κοιτάνε από την κουνουπιέρα κάποιο πρωινό».
«Να είσαι σίγουρη! Πάω να πάρω το αίμα τώρα! Πού είναι η Ντιν;»
«Δεν ξέρω, ίσως ξεκίνησε ήδη. Κάνε τη δουλειά σου κι εγώ θα πάω να πάρω τη θεία Ντα με το μηχανάκι· νομίζω ότι χρειαζόμαστε ακόμη βοήθεια με τον πατέρα σου. Να περιμένετε με την αδερφή σου να γυρίσω για να ανεβείτε πάνω, εντάξει;»