Всего за 418.39 руб. Купить полную версию
Όχι, δεν ήταν το ίδιο εδώ και δεν ήταν φυλακή, ήταν το σπίτι του. Έμενε εδώ και φαινόταν αόριστα οικείο.
Οι σκέψεις του επέστρεψαν στο φαγητό, αλλά δεν πεινούσε ακόμα. Ωστόσο, ανησυχούσε από πού θα ερχόταν το επόμενο γεύμα του και αν θα το λάμβανε πριν ή μετά την πείνα του. Ο Χενγκ κοίταξε γύρω γύρω στο δωμάτιο. Η όρασή του ήταν τέλεια κι έβλεπε λίγα κουνούπια στην κουνουπιέρα. Τα κοίταζε με ενδιαφέρον και τα απεχθανόταν που πετούσαν στον χώρο του. Είχε μία παράξενη αίσθηση ότι ήθελε να τα φάει, να τους δώσει ένα μάθημα, αλλά πίστευε ότι οι άνθρωποι δεν τρώνε κουνούπια.
Ήθελε να τα σκοτώσει και να τα φάει για να μην τολμήσουν τι; Να πετάξουν; Αλλά γιατί;
Δεν ήξερε, αλλά έτσι ένιωθε. Δεν είχε κάποιο νόημα γι' αυτόν. Ήθελε να τα σκοτώσει γιατί τολμούσαν να πετάξουν; Γιατί; Μήπως ήθελε να τα φάει; Άρχισε να πεινάει, αλλά δεν του φαινόταν σωστό. Τα απεχθανόταν κι ήθελε να τα σκοτώσει που τολμούσαν να πετάνε στον χώρο του.
Ένα παλιό ρητό έπαιζε στο κεφάλι του: «Οι αετοί δεν τρώνε μύγες», αλλά δεν θυμόταν από πού το είχε ακούσει. «Οι αετοί ίσως όχι», σκέφτηκε «αλλά εγώ ναι». Αλλά μετά σταμάτησε. «Ούτε οι άνθρωποι τρώνε κουνούπια, σωστά; Φυσικά κι όχι».
Οι σκέψεις του γύριζαν σαν καρουζέλ στο μυαλό του. Μερικές έρχονταν στο προσκήνιο για λίγα λεπτά, σκέψεις για κίνδυνο και τροφή κι υπήρχαν κι άλλες που εξαφανίζονταν αμέσως, αφού το μυαλό του ήταν κατακλυσμένο από τις σκέψεις τροφής και κινδύνου.
Ήθελε να μάθει αν ήταν φυλακισμένος ή όχι, οπότε μπουσούλησε μέχρι την πόρτα. Η ανάγκη για ελευθερία ήταν ακατανίκητη. Δοκίμασε την πόρτα επιφυλακτικά. Άνοιξε και βγήκε έξω. Το πλατύσκαλο στο οποίο βρέθηκε φωτιζόταν μόνο από το φως του φεγγαριού κι ένιωθε ελεύθερος σαν πουλί.
Ατένισε μπροστά του και έβλεπε για χιλιόμετρα σε τρεις κατευθύνσεις. Άκουγε φωνές από κάτω και αναγνώρισε το μέρος με το τραπέζι στο οποίο έτρωγε ώρες πριν. Άκουσε τις οικείες φωνές και μάντεψε ότι πρέπει να ήταν των ανθρώπων από πριν, της οικογένειάς του. Τους άκουγε και καταλάβαινε πολύ καλά, αλλά δεν ενδιαφερόταν. Κοίταξε τον ουρανό και την απόσταση και το μυαλό του ανυψώθηκε. Ένιωθε καταχαρούμενος να μην πατάει στο έδαφος και να είναι ελεύθερος.
Ξαφνικά τα αετίσια μάτια του εντόπισαν κάποια κίνηση στη γη και το μυαλό του σκέφτηκε «κίνδυνος ή φαγητό». Κοίταξε προσεκτικά προς τα κάτω και αναγνώρισε την κίνηση της νεαρής, της κόρης του Γουάν; Όχι, Ντιν; Ακουγόταν σωστό. Ίσως να μην υπήρχε κίνδυνος, αλλά ούτε φαγητό.
Η Ντιν σταμάτησε, κοίταξε ψηλά, έδειξε τον Χενγκ και φώναξε τη μητέρα της, η οποία ήρθε αμέσως μαζί με τους άλλους. Ίσως δεν ήταν φυλακισμένος, αλλά δεν υπήρχε διέξοδος.
«Χενγκ, τι κάνεις όρθιος και γυμνός; Θα μπορούσες να φορέσεις ρούχα τουλάχιστον!»
«Γιατί, γυναίκα; Δεν είμαι όμορφος ή μήπως είμαι φυλακισμένος;»
«Φυσικά κι είσαι όμορφος, αλλά ή κόρη σου δεν είναι ανάγκη να σε βλέπει γυμνό και δεν είσαι φυλακισμένος. Πώς σου ήρθε αυτό; Μπες μέσα, δεν είναι ωραίο να κυκλοφορείς γυμνός. Είσαι ακόμα άρρωστος, θα σε βοηθήσω να ξαπλώσεις. Ή μήπως θες να κατέβεις να κουβεντιάσουμε;»
Ο Χενγκ δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι απολάμβανε τη θέα κι ήταν χαρούμενος εκεί, οπότε δεν είπε τίποτα.
Η Γουάν άρχισε να τον πλησιάζει προσεκτικά με σιγανά βήματα σαν να ήθελε να πιάσει ένα κοτόπουλο χωρίς να το φοβίσει. Ο Χενγκ φαινόταν ανήσυχος, αλλά δεν είχε πού να πάει. Δεν ήθελε να πάει πάλι μέσα και το πλατύσκαλο δεν ήταν μακριά, οπότε ανέβηκε στα κάγκελα με σκοπό να σκαρφαλώσει στη στέγη.Όταν η Γουάν ήταν μόλις τρία βήματα μακριά, πήδηξε στην ταράτσα, έχασε την ισορροπία του και το πλατύσκαλο κατέρρευσε.
Το είδε να καταρρέει και τη γυναίκα του να ουρλιάζει. Ίσως να ούρλιαξε κι ο ίδιος, αλλά δεν το θυμόταν αφού ήταν τόσο σοκαρισμένος που δεν έπεσε και πέθανε.
Αντί γι' αυτό, έγινε πουλί, πιο πολύ νυχτερίδα, δηλαδή όχι πουλί και εξεπλάγη περισσότερο από όλους.
Η Γουάν ανέβηκε τα υπόλοιπα σκαλοπάτια και κοίταξε τα κάγκελα για να δει τα παιδιά της να ψάχνουν τον Χενγκ, ο οποίος θα έπρεπε να είναι εκεί με σπασμένο λαιμό.
«Μπορείτε να τον δείτε; Πώς είναι; Είναι ακόμη ζωντανός; Μιλήστε!»
«Δεν μπορώ να τον βρω, μαμά, δεν είναι εδώ» είπε ο Ντεν. «Δεν καταλαβαίνω, εδώ ήταν. Ίσως μπουσούλησε και πήγε κάπου να πεθάνει».
«Χαζό αγόρι! Φυσικά κι όχι! Ψάξε καλύτερα. Έρχομαι κάτω. Πρέπει να πονάει. Εν είναι πιθανό να πήγε για περίπατο αφού έπεσε από τέτοιο ύψος. Ντιν, είσαι πιο λογική, βοήθησέ τον. Πριν το κάνω, πίσω από το κεφάλι του!
Χενγκ, καλέ μου, πού είσαι; Συγγνώμη που σε τρόμαξα. Έλα στη μανούλα. Έλα στη Μαντ, καλό αγόρι!».
Ο Χενγκ τους έβλεπε και τους άκουγε, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν πίστευε ότι δεν πέθανε, ή ίσως, ήταν νεκρός κι οι νυχτερίδες ήταν άγγελοι. Πετούσε ψηλά, απομακρυνόταν, βουτούσε σε απίστευτες ταχύτητες.
Προσπάθησε να καλέσει την οικογένεια του να δουν ότι είναι καλά, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει.
Έβγαζε μόνο ήχους πουλιού και όταν το έκανε έβλεπε πράγματα λες κι είχε ραντάρ. Έβλεπε τον σπίτι, τον αχυρώνα, το τραπέζι, μικρές πετούμενες κουκκίδες όλα με φωτεινό πράσινο. Πέταξε σε μία πράσινη τελεία και τις απομάκρυνε με το στόμα του. Ήταν από αυτά τα αυθάδικα κουνούπια και ήταν χιλιάδες γύρω του.
Ο Χενγκ έφαγε μερικά ακόμα και εξεπλάγη που άλλα ήταν γλυκά κι άλλα ξινά. Του άρεσαν κι οι δύο γεύσεις, αλλά προτιμούσε τα γλυκά καθώς υπέθετε ότι είχαν ρουφήξει αίμα και γι' αυτό ήταν πιο μαλακά. Αφού έφαγε καμιά ντουζίνα, παρατήρησε ότι υπήρχαν διαβαθμίσεις στη γλυκύτητα και μάντεψε ότι το αίμα προέρχονταν από από διαφορετικά ζώα κι ανθρώπους ακόμη κι από την οικογένειά του. Το ένστικτο κι η προκατάληψη του του υπαγόρευαν ότι αν είχαν πιει ανθρώπινο αίμα, σίγουρα θα ήταν της οικογένειάς του επειδή τα κουνούπια είναι χαζά και δεν μπορούν να επιστρέψουν αν έχουν φύγει από ένα μέρος.
Χαχάνισε, όπως μπορούν οι νυχτερίδες, με το αστείο κατά των κουνουπιών και έφαγε μερικά ακόμη.
Ο Χενγκ τα έφαγε με όρεξη. Ήταν σαν να τρως ανοιχτές σοκολάτες από τα ράφια με διάφορες σοκολάτες σε μαγαζί με γλυκά. Επέλεγε τα θύματά του τυχαία και δεν ήξερε ποια γεύση θα γευόταν μετά, αλλά ήταν όλα ωραία και δεν το ένοιαζε.
Μετά, θυμήθηκε την οικογένειά του, τον κίνδυνο και πάλι την οικογένειά του. Ήθελε να τους πει ότι είναι καλά κι ασφαλής, αλλά δεν ήξερε πώς. Φτερούγισε μπροστά στη Γουάν και προσπάθησε να τον χτυπήσει. Έβγαλε ήχο πουλιού, αλλά δεν τον άκουγε κι ακόμη κι αν τον άκουγε, δεν θα την καταλάβαινε.
Δεν είχε ιδέα ποιος ήταν και είχε ξεμείνει από ιδέες. Η γυναίκα του έκλαιγε, οπότε πλησίασε από πίσω την κόρη του κι ελπίζοντας να μην τον χτυπήσει, προσγειώθηκε στον ώμο της. Μόλις την ακούμπησε, έγινε πάλι άνθρωπος κι έπεσαν κι οι δύο στη γη.
Η Ντιν ήταν ένιωθε πολύ αμήχανα με τον γυμνό πατέρα της πάνω στο στήθος της κι ο Χενγκ ήταν τρομαγμένος. Σηκώθηκε και κάλυψε τα γεννητικά του όργανα με τα χέρια του.
«Συγγνώμη, Ντιν, δεν ήθελα να συμβεί αυτό».
«Από πού στο καλό ήρθες, μπαμπούλη; Μαμά, ο μπαμπούλης είναι καλά, είναι εδώ πέρα» φώναξε, τινάζοντας τη σκόνη και προσπαθώντας να μην κοιτάει τον πατέρα της.
«Ευτυχώς που είσαι καλά, μπαμπούλη, αλλά πού ήσουν; Σε είδαμε να πέφτεις και σε ψάχναμε παντού».
«Θα σας πω μετά. Πτώση, όχι πτώση, λίγο. Όχι πολύ μακριά».
«Είναι σχεδόν 10 μέτρα από εκεί και σε είδαμε να πέφτεις» είπε ο Ντεν.
«Όχι πρόβλημα. Όχι θάνατος. Εδώ είμαι. Καμία ανησυχία».
Οι απαντήσεις του Χενγκ ήταν τόσο παράξενες που όλοι τον κοιτούσαν, ακόμη κι η Ντιν που το απέφευγε.
«Χενγκ, τι συνέβη εκεί; Γιατί δεν μας λες; Νομίζαμε ότι σίγουρα πέθανες».
«Δεν ξέρω τι έγινε» είπε κι ήταν αλήθεια, αν και το στο κεφάλι του μόλις ξεκαθάρισε ότι έγινε νυχτερίδα μία φορά.
Δεν ήταν ο παλιός καλός Χενγκ κι ούτε θα γινόταν ξανά, αλλά τουλάχιστον τώρα ήταν άνθρωπος ή περισσότερο θηλαστικό. Σαν να έφευγε μία ομίχλη από το κεφάλι του.